ΑΠΟΦΑΣΗ 2133/2020 ΜΟΝ. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ Ε.Φ.Κ.Α. ΛΟΓΩ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΤΔΕ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΩΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝ-ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ-ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΠΡΑΞΕΩΣ ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΟΥ

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

ΤΜΗΜΑ 31ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του την ……….. 2019 με δικαστή τη ………γ ι α να κρίνει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης ………..,

τ ο υ νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), που συνεχίζει, ως οιονεί καθολικός διάδοχος των Κλάδων Κύριας Ασφάλισης και Υγείας του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών» (Ο.Α.Ε.Ε.), εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και παρέστη με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ………..,

κ α τ ά της ……………………………., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παρέστη με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Μιχάλη Καρβέλη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση προσφυγή, για την άσκηση της οποίας δεν δεν απαιτείται κατά το νόμο η καταβολή παραβόλου [άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31) που διατηρείται σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 285 παρ. 2 περ. ζ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97)], ζητείται η ακύρωση της 277/Συν.58/13.9.2016 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κέντρου Αθήνας του Ο.Α.Ε.Ε., με την οποία έγινε δεκτή η 861909/22.5.2015 ένσταση της καθ’ ης κατά της 203/513223/6.4.2015 απόφασης της Προϊστάμενης της ως άνω Διεύθυνσης. Με την απόφαση αυτή αποφασίστηκε η μη επιστροφή στην καθ’ ης των καταβληθεισών από αυτήν εισφορών για το διάστημα από το 12ο μήνα του έτους 2007 έως και τον 4ο του 2010, συνολικού ύψους 13.586,00 ευρώ.

2. Επειδή, στο άρθρο 33 παρ. 4 του ν. 702/1977 «Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κλπ» (A΄ 268) ορίζεται ότι: «Οσάκις υπό της κειμένης περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας παρέχεται εις ασφαλιστικόν φορέα η ευχέρεια προσβολής πράξεως οργάνου αυτού εκδοθείσης μετ’ ενάσκησιν υπό του ενδιαφερομένου ενδικοφανούς προσφυγής και υποκειμένης του λοιπού, βάσει του παρόντος νόμου, εις προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η ευχέρεια αυτή διατηρείται, δύναται δε ο ασφαλιστικός φορεύς να ασκήση κατά της πράξεως ταύτης του οργάνου του την κατ’ άρθρον 7 του παρόντος προσφυγήν.». Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίστηκε ότι: «Η παράγραφος 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, η οποία είχε καταργηθεί με το εδάφιο γ' της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (ΦΕΚ 149 Α΄), καταργείται.». Ακολούθως, με το άρθρο 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41/1.3.2012) η καταργηθείσα αυτή παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977 επανήλθε εκ νέου σε ισχύ για υποθέσεις με αντικείμενο άνω των 2000 ευρώ, ενώ, τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 55 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88) ορίστηκε ότι: «3. Η παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, η οποία είχε καταργηθεί με το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149) και καταργήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010, επαναφέρεται σε ισχύ για τις υποθέσεις εκείνες των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και για τις υποθέσεις που δεν αποτιμώνται σε χρήμα, έχουν όμως οικονομικές συνέπειες.».

3. Επειδή, κατ’ αρχάς, στο άρθρο 60 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «1. Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή από τα δικαστήρια αρχίζουν την επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία συντελέστηκε το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία τους και λήγουν στις επτά (7) το βράδυ της τελευταίας ημέρας, αν δε αυτή είναι αργία, την ίδια ώρα της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας…». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3900/2010, οριζόταν ότι: «Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει: α) Ο υπουργός των Οικονομικών, καθώς και ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, υπέρ του Δημοσίου, κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας, β) κάθε άλλη αρχή, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον ειδική διάταξη νόμου αναγνωρίζει ρητώς σε αυτούς τέτοιο δικαίωμα.». Στη δε παρ. 1 του άρθρου 66 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει: Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης: α) Για εκείνους τους οποίους αφορά: ι) από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή ιι) σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένα πλήρη γνώση του περιεχομένου της. β) Για τους τρίτους: ι) από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, ή ιι) σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.». Επιπλέον, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 66 (η οποία, μετά την προσθήκη εδ. α΄, με το εδάφιο α΄ της παρ. 2 του άρθρου πέμπτου του ν. 4079/2012 όπως αντικαταστάθηκε τελικά από το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ΄ υποπαρ. ΙΓ2 περ. 2 του ν. 4093/2012, Α΄ 222, αποτελεί πλέον εδ. β΄ της παρ. του άρθρου 66, διατηρώντας πάντως αυτούσιο το περιεχόμενό της) ορίζεται ότι: «2. Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης.». Όπως δε είχε παγίως κριθεί κατά την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, οι οργανισμοί κοινωνικών ασφαλίσεων, άρα και ο Ο.Α.Ε.Ε., σε σχέση με τα δικά τους όργανα, με τα οποία εκφράζεται η βούληση του οικείου οργανισμού, δεν επέχουν θέση διοικούμενου (ΣτΕ 1192/1987 7μ.), αλλά θεωρούνται διοικητικές αρχές (ΣτΕ 934/2012, 3330/2001). Συνεπώς, από το συνδυασμό των διατάξεων της περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 64 και της παρ. 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ίσχυαν, συναγόταν ότι η προθεσμία προς άσκηση προσφυγής εκ μέρους του ασφαλιστικού οργανισμού κατά των πράξεων των οργάνων του ήταν ενενήντα (90) ημέρες και είχε ως αφετηρία την έκδοση ή τη δημοσίευση της πράξης, αν επιβαλλόταν κατά νόμο δημοσίευσή της (ΣτΕ 1143/2017, 934/2012, 448/2011, 180/2009, 2294/2009 κ.ά.).

4. Επειδή, στη συνέχεια, η παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ. αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ως εξής: «Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα όργανα στα οποία έχει μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή με απόφασή του, υπέρ του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας.», απαλείφθηκε συνεπώς το εδάφιο β΄ της παραγράφου αυτής.

5. Επειδή, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 καταργήθηκε η δυνατότητα άσκησης προσφυγής εκ μέρους των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης κατά αποφάσεων των οργάνων τους επί ενδικοφανών προσφυγών. Σύμφωνα με την οικεία αιτιολογική έκθεση, η ανάγκη κατάργησης εκ νέου της ενδοστρεφούς προσφυγής των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης διαπιστώθηκε λόγω του φόρτου υποθέσεων που εκκρεμούσαν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κρίθηκε δε ότι αποτελούσε πολυτέλεια η διατήρηση της δυνατότητας της διοίκησης να προσφεύγει στα δικαστήρια ακόμη και κατά των πράξεων των δικών της οργάνων και να συντελεί στην περαιτέρω επιδείνωση, από την άποψη του χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων, των όρων παροχής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, υποχρέωση επιβαλλόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το δε πρόβλημα διασφάλισης της ορθής και σύννομης κρίσης επί των ενδικοφανών προσφυγών από τα αρμόδια συλλογικά όργανα των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, όπως οι Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές του Ο.Α.Ε.Ε., θα έπρεπε να επιλυθεί με μέτρα εντός των ίδιων των οργανισμών αυτών ή και με την εκ νέου εισαγωγή υπέρ των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης δευτεροβάθμιας ενδικοφανούς προσφυγής, όπως προέβλεπε το προϊσχύσαν δίκαιο, σε κατάλληλο συλλογικό όργανο του κράτους. Περαιτέρω, με την διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου απαλείφθηκε αντιστοίχως το εδάφιο β΄ της παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., το οποίο προέβλεπε τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής και από άλλη αρχή, πλην της φορολογικής, κατά πράξεων των οργάνων αυτής. Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 επανήλθε σε ισχύ από 1.3.2012 η καταργηθείσα δυνατότητα άσκησης της ως άνω προσφυγής των ασφαλιστικών οργανισμών για υποθέσεις με αντικείμενο ανώτερο των 2000 ευρώ, ενώ με το άρθρο 55 του ν. 4144/2013 η δυνατότητα αυτή επεκτάθηκε από 18.4.2013 και για τις υποθέσεις που δεν αποτιμώνται σε χρήμα, έχουν όμως οικονομικές συνέπειες. Οι λόγοι που επέβαλαν την επαναφορά της “ενδοστρεφούς” αυτής προσφυγής, όπως προκύπτει από τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, ήταν λόγοι διαφάνειας, «προκειμένου να τίθενται οι υποθέσεις στην αμερόληπτη δικαιοδοτική κρίση» και να διασφαλίζονται τα έσοδα του Ιδρύματος «στις ελάχιστες αλλά υπαρκτές περιπτώσεις διαφωνίας ανάμεσα στην ΤΔΕ και τις υπηρεσίες του Υποκαταστήματος». Δεδομένων των ανωτέρω, οι ως άνω διατάξεις των νόμων 4052/2012 και 4144/2013, με τις οποίες επαναθεσπίστηκε η δικονομική δυνατότητα των ασφαλιστικών οργανισμών να ασκούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγή κατά πράξεων των οργάνων τους που αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών, πρέπει καθ’ ερμηνεία να θεωρηθεί - προκειμένου να εναρμονίζονται οι διατάξεις αυτές με τις αντίστοιχες του Κ.Δ.Δ.- ότι συμπληρώνουν την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3900/2010, με την οποία προβλεπόταν ως μόνη περίπτωση ενδοστρεφούς δίκης η άσκηση προσφυγής από τον Υπουργό Οικονομικών κατά πράξεων των φορολογικών οργάνων του Δημοσίου. Επομένως, μετά την επαναφορά σε ισχύ της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 και 55 του ν. 4144/2013, είναι εφαρμοστέα και για την άσκηση προσφυγής εκ μέρους των ασφαλιστικών οργανισμών κατά πράξεων των οργάνων τους η περί προθεσμίας διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ., η οποία, κατά τα εκτεθέντα, παραπέμποντας στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, παραπέμπει κατά την έννοιά της και στις (συμπληρωματικές της διάταξης αυτής) αναφερθείσες διατάξεις των νόμων 4052/2012 και 4144/2013 και η οποία, ειδικότερα ως προς την αφετηρία της σχετικής προθεσμίας, προσιδιάζει άλλωστε στην περίπτωση προσφυγής διοικητικής αρχής κατά πράξης των οργάνων της (ενδοστρεφής δίκη). Σύμφωνα δε με τη διάταξη αυτή του άρθρου 66 παρ. 2, η αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής προσφυγής, η οποία έχει διάρκεια ενενήντα (90) ημερών, εκκινεί από την έκδοση ή τη δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξης, αν επιβάλλεται κατά νόμο δημοσίευση αυτής και όχι από την επίδοση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση του περιεχομένου της, όπως ισχύει για τις προσφυγές των διοικούμενων (βλ. ΣτΕ 386/2019).

6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 285 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «1. Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν. 2. Κατ’ εξαίρεση, διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις: … ζ) των παρ. 4 και 7 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998…». Με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 (Α΄ 131) ορίζεται ότι: « Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου” και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.)…». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων… ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου…» (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, Α΄ 266). Η διάταξη αυτή «εφαρμόζεται και στις υποθέσεις δικαιοδοσίας… των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως προς όλα τα ασκούμενα από το Δημόσιο ή τη διοικητική αρχή ενώπιον τους ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα» σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 1868/1989. Περαιτέρω, η παράγραφος 2 του άρθρου 11 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (Α΄35) ορίζει ότι: «Οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου.».

7. Επειδή, όπως έχει κριθεί με τις αποφάσεις 2807-8/2002 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989, κατά το μέρος που με αυτές διαφοροποιείται εις βάρος του ιδιώτη διαδίκου η προθεσμία άσκησης ένδικου βοηθήματος μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτών διαδίκων είναι ανίσχυρες, ως αντικείμενες στην αρχή της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή συνάγεται από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεπώς, η προθεσμία άσκησης ένδικων βοηθημάτων και μέσων αναστέλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1 Ιουλίου έως και 15 Σεπτεμβρίου για το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και για τους ιδιώτες διαδίκους (πρβλ. ΣτΕ 3896/2014, 4072/2013, 2856/2011).

8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση της Τ.Δ.Ε. της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κέντρου Αθήνας του Ο.Α.Ε.Ε., εκδόθηκε την 13.9.2016 και δεδομένου ότι η προθεσμία των ενενήντα ημερών για την άσκηση προσφυγής από την έκδοση της απόφασης και, συνεπώς, την πλήρη γνώση του περιεχομένου της από το προσφεύγον, ανεστάλη λόγω των δικαστικών διακοπών έως την 15.9.2016 (βλ. προηγούμενη σκέψη), άρχισε εκ νέου την 16.9.2016 και έληξε την 14.12.2016, ημέρα Τετάρτη. Με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση προσφυγή, η οποία, όπως προκύπτει από τη με αριθμό κατάθεσης ΠΡ1060/6.2.2017 πράξη του γραμματέα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, ……………, ασκήθηκε την 6.2.2017, ήτοι μετά την πάροδο της ανωτέρω νόμιμης προθεσμίας των ενενήντα ημερών και ειδικότερα την 144η ημέρα, είναι εκπρόθεσμη. Για το λόγο αυτό που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και δεδομένου ότι το προσφεύγον δεν επικαλείται ότι συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

9. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί το προσφεύγον από τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, κατ’ άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την προσφυγή.

Απαλλάσσει το προσφεύγον από τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης.

Η απόφαση δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 10.2.2020

 Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ