ΠΠΑθηνών 3794/2014

Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων. Αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 στην τελευταία. Κριτήρια υπολογισμού της αποζημίωσης πελατείας. Δυνατότητα συμβατικού καθορισμού κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης αντί της αποζημίωσης του άρθρου 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991. Μη ισχύς του συμβατικού περιορισμού των σπουδαίων λόγων καταγγελίας της σύμβασης. Αποκλεισμός της κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του αντιπροσώπου

ΠΠρΑθ 3734/2014

Πρόεδρος: Χρ. Ζυγούρη

Εισηγήτρια: Διον. Ρέππα

Δικηγόροι: Ευστρ. Καρβέλλης, Ουρ. Πολίτη, Π. Καρβέλλης,

Αικ. Τσουρούλα-Σωτηροπούλου , Ι. Μαντζουράνης

Ι. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Συνεπώς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει επιπροσθέτως η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο. Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος (διαφυγούσες προμήθειες) δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' «προμήθειες, που χάνει ο αντιπρόσωπος». Δηλαδή η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο. Στην περίπτωση, που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διαρκείας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της (ΕφΑθ 2110/2008 ΔΕΕ 2008.984, ΕφΑθ 4594/2005 ΔΕΕ 2005.988). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, η οποία βρίσκεται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, δηλαδή της αμοιβής και της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης. Οι διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 θέτουν τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς: α) Η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικώς, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες, β) Η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα-αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, γ) Η καταβολή της αποζημίωσης να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι απολεσθείσες προμήθειες του εμπορικού αντιπροσώπου. Περαιτέρω, κριτήρια του καθορισμού του ύψους της αποζημιώσεως πελατείας συνιστούν: α) το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο και η αντίστοιχη ωφέλεια του μετά τη λύση της συμβάσεως, β) η δημιουργία της πελατείας και της ωφέλειας αυτής από τις ενέργειες του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) η δημιουργία κέρδους του τελευταίου, αν συνεχιζόταν η σύμβαση. Κάθε στοιχείο από τα ανωτέρω καθορίζει κατά το ύψος την απαίτηση του εμπορικού αντιπροσώπου και η καταβλητέα αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του μικρότερου από τα μεγέθη, τα οποία υπολογίζονται στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, χωρίς όμως το ποσό αυτό να μπορεί να υπερβεί - σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1β' του π.δ/τος 219/1991 - τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της συμβάσεως αντιπροσωπείας. Βάσει αυτών, αναγκαία στοιχεία που πρέπει να επικαλείται (και να αποδεικνύει) ο εμπορικός αντιπρόσωπος σε σχετική του αξίωση για αποζημίωση πελατείας, που στοχεύει στην παροχή σε αυτόν προστασίας (που δεν προσφέρεται από το κοινό δίκαιο) είναι τα εξής: α) Ότι έχει λυθεί η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου, β) Ότι ο ίδιος ο εμπορικός αντιπρόσωπος εισέφερε νέους πελάτες στον αντιπροσωπευόμενο ή ότι προήγαγε σημαντικώς τις υποθέσεις του αντιπροσωπευομένου με τους υπάρχοντες πελάτες, γ) Ότι ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί και μετά τη λύση της συμβάσεως ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους ως άνω πελάτες και δ) Ότι η καταβολή της αποζημιώσεως είναι δίκαιη, ενόψει όλων των περιστατικών και ιδιαιτέρως της απώλειας των προμηθειών του εμπορικού αντιπροσώπου, οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους σε αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού (ΟλΑΠ 15/2013 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αμοιβή επί εμπορικής αντιπροσωπείας νοείται η προμήθεια, την οποία εισπράττει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου. Ως προμήθεια θεωρείται η μικτή προμήθεια, χωρίς την αφαίρεση των οργανωτικών και διοικητικών δαπανών λειτουργίας της επιχειρήσεως του εμπορικού αντιπροσώπου. […]

ΙΙ. […] Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, εξάλλου, έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει τα στοιχεία εμπορικής παραγγελίας (αρθρ. 90 του ΕμπΝ) και κατ' επέκταση εντολής, οπότε εφαρμοστέες στη σύμβαση αυτή είναι ασφαλώς και οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (αρθρ. 713-729), στις οποίες παραπέμπει και το αρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το αρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ. Αντίθετα δεν αφορούν τον αποκλειστικό διανομέα και δεν μπορούν να τύχουν σ' αυτόν ευθείας εφαρμογής οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο αρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν όχι απλώς για λογαριασμό, αλλά απευθείας στο όνομα εκείνου που αντιπροσωπεύουν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων. Συνεπώς η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους άλλων επαγγελματιών, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα τέτοιων επαγγελματιών που ενεργούν μεν για λογαριασμό τρίτου, όμως συναλλάσσονται με το δικό τους όνομα, διαμεσολαβώντας στη λειτουργία του εμπορίου. Αντίστοιχα και το π.δ/γμα 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζοντας με το αρθρ. 1§2 αυτού ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή η διαπραγμάτευση ή και η σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, δηλαδή συμβάσεων με σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Όμως, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως το σχετικό επιχειρησιακό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του αρθρ. 4§1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους, αλλά και την υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της συμβάσεως. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως ενδείκνυται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του τόσο στη σύμβαση αυτή, όσο και στις εν γένει διαμεσολαβητικές συμβάσεις του εμπορίου, αν κατά τα λοιπά εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) κατ' αρχήν ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεων του σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, η οποία και δεν αποκλείει σε εθνικό επίπεδο την αναλογική εφαρμογή τους, ήδη δε το σχετικό κενό πληρώθηκε με το αρθρ. 14§4 του μεταγενέστερου ν. 3557/2007, που επέκτεινε την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 τόσο στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών, όσο και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον με βάση αυτές ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Ειδικότερα, μεταξύ των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, που αναλογικά μπορούν να εφαρμοσθούν στις ως άνω περιπτώσεις, είναι και αυτές, που σύμφωνα με τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.[…] Την έννοια της αμοιβής στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία ο διανομέας ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, καταλαμβάνει το κέρδος, το οποίο εισπράττει ο τελευταίος από την μεταπώληση του προϊόντος στο όνομα και για λογαριασμό του, και ως τέτοιο θεωρείται, σε περίπτωση ανάλογης εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων του π.δ. 219/1991 και επί συμβάσεως διανομής, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το μικτό κέρδος, ως συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα από την εκτέλεση της συμβάσεως, με βάση το οποίο προσδιορίζεται η από την αιτία αυτή αποζημίωση. Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον διανομέα, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΟλΑΠ 15/2013 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 16/2013 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1518/2013 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 246/2014 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1129/2011 ΔΕΕ 2012.258, ΑΠ 176/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15.10.2012 αγωγή […] η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Μ.Δ.Μ.Α.Ε.» εκθέτει ότι δυνάμει της από 27.7.2006 σύμβασης εμπορικής διανομής που καταρτίσθηκε μεταξύ της και της πρώτης των εναγομένων ορίσθηκε η ενάγουσα αποκλειστική διανομέας των προϊόντων της πρώτης εναγομένης στα μικρά και μεσαία ιδιωτικά βιοπαθολογικά εργαστήρια. Ότι ακολούθως για φορολογικούς λόγους η πρώτη των εναγομένων αξίωσε τη διάσπαση της αρχικής σύμβασης διανομής σε δύο συμβάσεις, ήτοι αφενός στην ήδη υπογραφείσα σύμβαση διανομής, η οποία τροποποιήθηκε δυνάμει του 26.7.2097 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της σύμβασης διανομής και η από 18.7.2007 σύμβαση εμπορικής αντιπροσώπευσης. Ότι σε αναγνώριση των τεράστιων ωφελειών που θα αποκόμιζε από τη συμφωνία τους η πρώτη εναγομένη προβλέφθηκε ρητά στον όρο 15.1.2 σε συνδυασμό με τον όρο 15.3.2. των συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας τόσο το ακριβές ύψος της αποζημίωσης που θα όφειλε να της καταβάλει η πρώτη εναγομένη σε περίπτωση που λυνόταν η έληγε η σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο στο πρόσωπο της ενάγουσας, όσο και η υποχρέωση της στην περίπτωση αυτή να συνεχίσει να την προμηθεύει για χρονικό διάστημα έως τριών ακόμα ετών με τους ίδιους όρους και συμφωνίες με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες της του αμέσως 12μηνου πριν τη λήξη ή τη λύση των συμβάσεων. Ότι επίσης προβλέφθηκε η απόλυτη απαγόρευση στην πρώτη εναγομένη να πωλεί απευθείας προϊόντα ή να συναλλάσσεται ή να προσεγγίζει εμπορικά είτε άμεσα είτε μέσω τρίτου πελάτες της σύμβασης εμπορικής διανομής και αντιπροσωπείας χωρίς την έγγραφη συναίνεση της ενάγουσας. Ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις ξεκίνησαν να λειτουργούν από την 20.8.2007 με συμβατικό χρόνο διάρκειας πέντε ετών ανανεούμενη για άλλα πέντε έτη. Ότι η ενάγουσα τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και προσέλκυσε μεγάλο αριθμό νέων πελατών και μετέστρεψε το σύνολο του προϋφιστάμενου πελατολογίου της σε διαγνωστικά μηχανήματα της πρώτης εναγομένης. Ότι από τον Ιανουάριο του 2011 παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες της η πρώτη εναγομένη ενεργώντας υπό τις εντολές και οδηγίες του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της προέβη σε βάρος της ενάγουσας στις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες και παραλείψεις που έπληξαν τη σχέση εμπιστοσύνης και κατέστησαν αδύνατη τη συνέχιση των μεταξύ τους συμβάσεων. Ότι μετά την πάροδο άπρακτης 60ήμερης προθεσμίας από τις έγγραφες ειδοποιήσεις της, η ενάγουσα προέβη στις 19.10.2012 σε εξώδικη καταγγελία των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας και εμπορικής διανομής, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν στις 19.12.2011. Ότι οι σπουδαίοι λόγοι που συνέτρεχαν για την καταγγελία ήταν ότι η πρώτη των εναγομένων α) δεν της χορήγησε, όπως υποχρεούνταν τις συμβάσεις με προϋφιστάμενους πελάτες της, τους οποίους η ενάγουσα εξυπηρετούσε στα πλαίσια της σύμβασης αντιπροσωπείας, β) αρνήθηκε να της μεταβιβάσει την κυριότητα των μεταχειρισμένων και αποσβεσμένων μηχανημάτων, γ) αρνήθηκε να αναφέρει την εταιρεία ως αποκλειστική διανομέα σε διαφημιστικά φυλλάδια και ιστοσελίδα, δ) αρνήθηκε να της χορηγήσει τα απολύτως αναγκαία λογισμικά για την εξ αποστάσεως επικοινωνία των τεχνικών με τους εγκατεστημένους στους πελάτες αναλυτές, ε) παραβίασε την αποκλειστικότητα της εταιρείας στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας και εμπορικής διανομής προμηθεύοντας τον ΣΥΝ. ΠΕ. με προϊόντα προκειμένου να προμηθεύουν τρίτους-πελάτες της διανομής και αντιπροσωπείας, στ) αρνήθηκε να προστατεύσει τα εύλογα συμφέροντα της ενάγουσας απέναντι σε παραεισαγωγές προϊόντων της, ζ) καθυστερούσε συστηματικά και αρνήθηκε να της παραδώσει παραγγελθέντα προϊόντα και δη 27 μηχανήματα-αναλυτές, η) προέβη σε σημαντική αύξηση των τιμών προμήθειας προς την ενάγουσα διαγνωστικών μηχανημάτων αρνήθηκε να της παραδίδει τα παραγγελθέντα μηχανήματα, αλλά και να της παραδίδει στο μέλλον, εάν δεν αποδεχόταν την αύξηση αυτή και θ) τέλος ότι σε συνάντηση στις 11.10.2011 με τον δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις ανωτέρω συμβατικές υποχρεώσεις και εξωτερίκευσε την πρόθεση της πρώτης εναγομένης να επιδιώξει τον τερματισμό της συμβατικής τους σχέσεως. Ότι σκοπός της πρώτης εναγομένης ήταν η αθέμιτη υφαρπαγή της πελατείας στη σύμβαση διανομής και ο εξοβελισμός της από την αγορά. Ότι στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και εμπορικής διανομής περιλαμβάνονταν όροι α) για ρητό καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης που όφειλε να της καταβάλει η πρώτη εναγομένη, β) σωρευτικά για την υποχρέωση της πρώτης των εναγομένων να συνεχίσει να την προμηθεύει με όλα της τα προϊόντα για μια τριετία από τη λύση ή την λήξη των συμβάσεων, γ) ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε πώληση από την πρώτη εναγομένη προς τους ανωτέρω πελάτες ή ακόμα και την εμπορική τους προσέγγιση, δ) ότι η λύση ή η λήξη των συμβάσεων δεν επηρεάζει την ισχύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που έχουν ρητώς ορισθεί ότι θα ισχύσουν για μεγαλύτερο διάστημα και στ) ρητή συμβατική πρόβλεψη ότι μετά το τέλος της μετασυμβατικής τριετίας η ενάγουσα δεν θα είχε δικαίωμα να προσεγγίζει εμπορικά επί τρία χρόνια τους ανωτέρω πελάτες. Ότι η συμβατικά καθορισθείσα κατ' αποκοπήν αποζημίωση στις δύο συμβάσεις συμφωνήθηκε λόγω του δυσαπόδεικτου των σχετικών αποζημιώσεων για να καλύψει την αξία του υπάρχοντος πελατολογίου της ενάγουσας, τα διαφυγόντα κέρδη, μέρος της αξίας των μηχανημάτων που θα μεταβίβαζαν δωρεάν μετά τη λήξη της μετασυμβατικής τριετίας στη σύμβαση διανομής ή στην αναπόσβεστη αξία τους, την αποζημίωση πελατείας, την αποζημίωση για μέρος των επισφαλειών, τις προμήθειες που θα έχανε, αποζημίωση για μέρος των επενδύσεων, χρηματικό αντάλλαγμα για την τριετή ρήτρα μη ανταγωνισμού και για τα υπολειπόμενα μισθώματα που θα υποχρεώνονταν να καταβάλουν στην πρώτη εναγομένη μετά τη μετασυμβατική τριετία. Ότι η πρώτη εναγομένη μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας προέβη σε σωρεία αντισυμβατικών και αθέμιτων πράξεων εναντίον της, προκειμένου να μεθοδεύσει την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας, τον εξοβελισμό της ενάγουσας από την αγορά των ιδιωτικών βιοπαθολογικών - μικροβιολογικών εργαστηρίων. Ότι ειδικότερα η συμπεριφορά της κορυφώθηκε με την από 23.3.2012 εξώδικη δήλωση της ότι αυτή πλέον θα προμηθεύει τους πελάτες της σύμβασης αντιπροσωπείας, με την αποστολή επιστολής σε όλους τους πελάτες και στην αγορά γενικώς ότι αυτή πλέον πωλεί απευθείας τα προϊόντα «R», με την εμπορική προσέγγιση πελατών της διανομής, με την απαίτηση για επιστροφή των εξοφληθέντων και μεταβιβασθέντων στην ενάγουσα διαγνωστικών μηχανημάτων και τέλος με την ευθεία άμεση διακοπή προμήθειας όλων των προϊόντων της αν δεν αποδεχθεί ότι θα συνεχίζει να τη προμηθεύει με προϊόντα μόνο για τις συμβάσεις πελατών που δεν έχουν λήξει. Ότι άσκησε την από 12.4.2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6176/2012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ΜΠρΑθ, η οποία δέχθηκε ότι για σπουδαίο λόγο και από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης κατήγγειλε στις 19.10.2012 τις συμβάσεις αντιπροσωπείας και διανομής και ακολούθως την από 23.7.2012 τακτική αγωγή, που συνεκδικάζεται με την παρούσα. Ότι ως προς την επικουρική της βάση ως προς την αποζημίωση πελατείας υφίσταται έντονη οικονομική της εξάρτηση από την πρώτη εναγομένη και ότι με διαρκείς και εντατικές προσπάθειες συνέβαλε ουσιωδώς στην ανάπτυξη του κύκλου των εργασιών της πρώτης εναγομένης, εισφέροντας νέους πελάτες σε αυτήν και βοηθώντας την να κερδίσει πολύ μεγάλο μερίδιο της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα προήγαγε σημαντικά και τις υποθέσεις της πρώτης εναγομένης με τους υπάρχοντες πελάτες της αντιπροσωπείας, τους μετέφερε στη σύμβαση διανομής προμηθεύοντας τους με καινούριο εξοπλισμό, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγομένη μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, αλλά και μετά τη λήξη της προβλεπόμενης μετασυμβατικής τριετίας να διατηρεί μόνιμα και ουσιαστικά οφέλη από τις υποθέσεις των ανωτέρω πελατών.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα με την κρινομένη αγωγή ζητεί α) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση δυνάμει του όρου 15.1.2. της σύμβασης αντιπροσωπείας το ποσό των 6.957.908,30 ευρώ και ως αποζημίωση δυνάμει του όρου 15.1.2. της σύμβασης διανομής το ποσό των 17.191.573,70 ευρώ και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 24.149.482 ευρώ […]. Άλλως επικουρικότερα, σε περίπτωση που κριθεί ότι ο ανωτέρω όρος 15.1.2 δεν είναι έγκυρος και ισχυρός να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 3.117.418,7 ευρώ ως δίκαιη αποζημίωση πελατείας στη σύμβαση αντιπροσωπείας και β) το ποσό των 3.107.695,26 ευρώ ως δίκαιη αποζημίωση πελατείας στη σύμβαση διανομής […]. Επιπροσθέτως το ποσό των 9.597.466,79 ευρώ ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη στη σύμβαση αντιπροσωπείας μέχρι τη συμβατική της λήξη στις 20.8.2017, τα οποία μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε, αλλά απώλεσε από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης εναγομένης […].. Επιπλέον το ποσό των 9.234.303,21 ευρώ ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη στη σύμβαση διανομής μέχρι τη συμβατική της λήξη στις 20.8.2017, τα οποία μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε, αλλά απώλεσε από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης εναγομένης με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως επικουρικά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ότι, συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 25.056.884,02 ευρώ […]. Επίσης η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον έκαστος […] λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσαν να της καταβάλλουν το ποσό των 640.351,28 ευρώ ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας από τη μη παράδοση των 27 παραγγελθέντων μηχανημάτων […]. Τέλος η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης της ενάγουσας που έχει υποστεί από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων εξαιτίας της προσβολής και βλάβης της εμπορικής φήμης και αξιοπιστίας της ενάγουσας από τη μη παράδοση των 27 μηχανημάτων και από πρόωρη λύση των συμβάσεων αντιπροσωπείας και διανομής […].

Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αγωγή […] παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί  […] και είναι αρκούντως ορισμένη και ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση περί αποζημιώσεως πελατείας και διαφυγόντων κερδών στη σύμβαση αντιπροσωπείας […]. Κατά τα λοιπά η κρινομένη αγωγή τυγχάνει νόμιμη […].

ΙΙΙ.[…], IV. […]

V. Επιπροσθέτως διαρκείς είναι οι συμβάσεις, που έχουν ως αντικείμενο και χαρακτηριστικό γνώρισμα διαρκείς παροχές, δηλαδή παροχές που η εκπλήρωση τους γίνεται με συνεχή ενέργεια, ή παράλειψη (Σταθόπουλος στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου τομ. 2 εκδ. 1979 εισαγ. παρατ. στα άρθρα 361-373 σελ. 283 αριθμ. 20). Οι διαρκείς συμβάσεις είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, λύνονται εκτός άλλων και με καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Τούτο συνάδει προς τη γενική αρχή του δικαίου, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 281, 299, 588, 597, 672, 724, 725 και 766 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση για σπουδαίο λόγο, που συνιστά όχι μόνο η παράβαση ουσιωδών όρων και όσων καθορίζονται ρητά στο νόμο, αλλά και τα περιστατικά εκείνα, ενόψει των οποίων και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης για απροσδιόριστο ακόμα χρόνο ή μέχρι το χρόνο, για τον οποίο έχει συναφθεί γίνεται υπέρμετρα δυσβάσταχτη, είτε για τα δύο μέρη, είτε για το ένα από αυτά. Η καλή πίστη δεν απαιτεί την με κάθε τίμημα και θυσία τήρηση των συμφωνηθέντων, ως προς το χρόνο της συμβάσεως αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Τα όρια αυτά προσδιορίζονται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών (ΑΠ 451/1999 ΕλλΔνη 40.1732, ΑΠ 1466/1992 ΕλλΔνη 36.406, ΑΠ 1839/1986, ΝοΒ 36.341, Καρακατσάνης, σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΑΚ, Εισαγ. Παρατηρήσεις στα άρθρα 416-454, σελ. 455, αρ. 22). (ΕφΘεσσαλ 1774/2012 Αρμ 2012.1686). Εξάλλου οι προαναφερόμενες διαρκείς και εμπιστευτικές σχέσεις μπορούν να λυθούν με καταγγελία, το δε δικαίωμα καταγγελίας έχει έρεισμα στις διατάξεις περί εντολής του ΑΚ, που εφαρμόζονται κατά ρητή επιταγή του άρθρου 91 ΕμπΝ στη σύμβαση παραγγελίας και κατ' επέκταση και στη σύμβαση διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΕμπΝ, όμως ταυτίζεται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία της με τη σχέση της παραγγελίας (ΑΠ 849/2002 ΕλλΔνη 43. 1613). Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται, είναι και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας. Τέτοια συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν καθορίσθηκε η διάρκεια της συμβάσεως για ορισμένο χρόνο, καθόσον αυτή έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακλήσεως της εντολής (άρθρο 724 ΑΚ), ο δε εντολοδόχος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της καταγγελίας της πριν την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου (άρθρο 725 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ). Η παραίτηση από την ανάκληση είναι έγκυρη και ισχυρή, όμως, σε κάθε περίπτωση, δεν αποκλείεται το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης και προ της επελεύσεως του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της, αλλά μόνον για σπουδαίο λόγο, τη συνδρομή του οποίου οφείλει να αποδείξει ο επικαλούμενος την καταγγελία και την κατάλυση της συμβάσεως. (ΕφΑθ 980/2014 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

VI. Επιπλέον, κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπό ανταγωνισμού γινόμενη πράξη, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει αξίωση για άρση της αθέμιτης ανταγωνιστικής ενέργειας και παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για αποκατάσταση της προξενηθείοης ζημίας, εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς: α) σκοπός ανταγωνισμού, β) ανάπτυξη της ανταγωνιστικής ενέργειας σε μια σχετική αγορά που νοείται κατά τρόπο ευρύ, γ) αντίθεση της, ανταγωνιστικής ενέργειας στα χρηστά ήθη. […] Επειδή ο προαναφερόμενος νόμος περί του αθέμιτου ανταγωνισμού εισάγει ειδικές αδικοπραξίες, σε σχέση με το άρθρο 914 του Α.Κ., η εφαρμογή των ειδικών διατάξεων του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 1, εκτοπίζει τη γενική αδικοπρακτική διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να αποκλείεται η συρροή αυτών των διατάξεων, ενώ μπορεί να υπάρξει συρροή, όταν μια ανταγωνιστική πράξη πληροί συγχρόνως το πραγματικό των άρθρων 919 και 920 του Α.Κ. (βλ. ΕφΑθ 7770/2007 ΔΕΕ 2008.575, Μ. Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, σελ. 32-33).

VII. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 18α παρ. 1 του Ν. 146/1914 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων». Παρόμοιο περιεχόμενο με αυτό της ανωτέρω διάταξης είχε το άρθρο 2α του Ν. 703/1977 (το όποιο έχει καταργηθεί με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009) και ως εκ τούτου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 ισχύουν όσα είχαν κριθεί νομολογιακά σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2α του Ν. 703/1977. Ειδικότερα, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στη διάταξη του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού" οριζόταν ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Βάσει των παραπάνω, γίνεται δεκτό ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευση της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Επομένως, κατά την ερμηνεία της έννοιας της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας του Ν. 703/1977, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων. Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Αρκεί μόνο η συμπεριφορά αυτή - με τις ως άνω μεθόδους και πρακτικές - να τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να είναι ικανή ή να ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. […] Η παράβαση του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ., έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (βλ. ΕφΘεσ 496/2011 ΕΕμπΔ 2011.355, ΕφΑθ 676/2009 ΔΕΕ 2010.204, ΕφΑθ 2093/2006 ΔΕΕ 2006.757, ΕφΑθ 6042/2002 ΔΕΕ 2003.282).

VIII. […]

Στην προκειμένη περίπτωση […] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά για την κρινόμενη διαφορά: Δυνάμει του «ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής διανομής», το οποίο καταρτίσθηκε στις 27.7.2006 μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «R.ΗΕLLAS Α.Ε.» και της ενάγουσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Μ.Δ.Μ.Α.Ε.», η πρώτη εταιρεία, η οποία ήταν αποκλειστική διανομέας στην Ελλάδα των προϊόντων της εταιρείας «R» Ελβετίας όρισε τη δεύτερη εταιρεία, η οποία ειδικευόταν από ετών στην προώθηση, πώληση, εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή αντίστοιχων προϊόντων άλλων εταιρειών στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, ως μοναδική διανομέα της στην Ελλάδα, για να προωθεί και διανέμει σε ιδιωτικά εργαστήρια, ιατρικά κέντρα, ιδιωτικές κλινικές και άλλους φορείς υγείας του ιδιωτικού τομέα (εξαιρουμένων από αυτούς εκείνων που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Α του παραρτήματος 2, των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και εν γένει των νοσοκομείων και των εργαστηρίων ασφαλιστικών ταμείων - όρος Α της από 26.7.2007 τροποποίησης της προαναφερθείσας σύμβασης) τα προϊόντα (ιατρικά διαγνωστικά συστήματα), τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα 1Α της ίδιας σύμβασης. Τα προϊόντα αυτά συμφωνήθηκε ότι η δεύτερη εταιρεία θα τα αγόραζε έναντι ορισμένου τιμήματος με έκπτωση και θα τα προωθούσε και πωλούσε στην ελληνική αγορά, ως αυτόνομος και ανεξάρτητος επιχειρηματίας, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, παρέχοντας στους πελάτες υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των προϊόντων. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε πενταετής με αυτόματη ανανέωση της για 5 ακόμη έτη με τους ίδιους όρους και υπό την προϋπόθεση ότι στο μεταξύ δεν θα είχε μεσολαβήσει κάποιος σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης, όπως η έννοια του σπουδαίου λόγου καταγγελίας προσδιορίζεται στους όρους 15.2.2 έως 15.2.14 της σύμβασης. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι θα αρχίσει με την έκδοση του πρώτου τιμολογίου της διανομέως στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης. Η ως άνω σύμβαση διανομής, η οποία τροποποιήθηκε δυνάμει του από 31.10.2006 μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων εταιρειών και του από 26.7.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της ενάγουσας-ανώνυμης ανώνυμης εταιρείας «R.D.(HELLAS) Α.Ε.», που υπεισήλθε στη θέση της «R. HELLAS Α.Ε.» δυνάμει του όρου 17.1 του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού ως διάδοχος της μετά από την απόσχιση από τη δεύτερη ανώνυμη εταιρεία του κλάδου της εισαγωγής και διάθεσης ιατρικών διαγνωστικών μηχανημάτων και ως εκδοχέας της στο όνομα της οποίας συνεχίσθηκε η σύμβαση (εφεξής καλούμενης «προμηθεύτριας») και αφετέρου της διανομέως προβλέπει στον όρο 15.1.2, όπως αυτός διαμορφώθηκε με την τελευταία τροποποίηση ότι «σε τυχόν περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετίας διάρκειας της ή μη αυτόματης ανανέωσης της με τη λήξη του πέμπτου χρόνου, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα οφείλει να καταβάλει στη διανομέα, ως αποζημίωση, συμφωνούμενη από την ημέρα υπογραφής, ποσό ίσο με το 210% υπολογιζόμενο είτε α) επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων των προϊόντων του αμέσως προηγούμενου δωδεκαμήνου β) είτε επί της συμφωνηθείσας για το τρέχον τότε δωδεκάμηνο αξίας των ελάχιστων αγορών πολλαπλασιαζόμενης με τον συντελεστή 2,5 (ο οποίος παραμένει ο ίδιος τα δύο πρώτα έτη και αυξάνεται σε 2,632 κατά το τρίτο και τέταρτο έτος και στη συνέχεια αυξάνεται σε 2,777), ώστε να προκύψει το ύψος των πωλήσεων (τζίρος), όποιο από τα ποσά αυτά είναι μεγαλύτερο, προστιθέμενου στο ποσό αυτό του πενταπλασίου των προμηθειών, που η διανομέας δικαιούται από τυχόν απευθείας πωλήσεις της προμηθεύτριας μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Στο άθροισμα δε των ποσών αυτών θα προστίθεται και η αναπόσβεστη αξία των μηχανημάτων και συσκευών των προϊόντων που θα παραμένουν αδιάθετα στην κυριότητα της διανομέως κατά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης. Στη συνέχεια σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν τη λήξη της δεύτερης πενταετίας διάρκειας της, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα οφείλει να καταβάλει στη διανομέα ως αποζημίωση εάν η προμηθεύτρια λύσει τη σύμβαση κατά τη διάρκεια του έκτου έτους ποσοστό 188%... συν το τετραπλάσιο των προμηθειών.... συν την αναπόσβεστη αξία των μηχανημάτων για τον έβδομο χρόνο, ομοίως, με ποσοστό 166%, και προμήθειες τριών ετών, για τον όγδοο χρόνο ποσοστό 144% και προμήθειες δύο ετών, για τον ένατο χρόνο ποσοστό 122% και προμήθειες ενός έτους και για το δέκατο χρόνο ποσοστό 100% χωρίς προμήθειες. Σε περίπτωση μη συμφωνίας των μερών για περαιτέρω ανανέωση της σύμβασης με τη λήξη της δεκαετίας η διανομέας θα δικαιούται μόνο αποζημίωσης ίσης με το 100%... Ότι παράλληλα σε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά στη διανομέα, η προμηθεύτρια θα υποχρεούται να συνεχίσει να προμηθεύει τη διανομέα για χρονικό διάστημα έως (3) τριών ακόμα ετών με τους ίδιους όρους και τις συμφωνίες, με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου η διανομέας να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες που η ίδια προμήθευε με προϊόντα κατά το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο... Η προς αυτούς απ' ευθείας πώληση των προϊόντων ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση κατά την περίοδο αυτή από την προμηθεύτρια απαγορεύεται απολύτως. Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού οι πελάτες θα παραμένουν στην προμηθεύτρια, η δε διανομέας και ο εδώ παριστάμενος εκπρόσωπος της ατομικά θα υποχρεούνται να μην συναλλάσσονται ή έστω να προσεγγίζουν εμπορικά για την επόμενη τριετία τους πελάτες αυτούς, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, αρκούμενοι στα όσα ανωτέρω έλαβαν υπό τους όρους της σύμβασης». Περαιτέρω στον όρο 15.2.1 προβλέπει ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούν το δικαίωμα πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση 60 ημερών σε περίπτωση που το άλλο μέρος αθετήσει ουσιωδώς τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις του και στον όρο 15.2.2 προβλέπει ότι ως ουσιώδης αθέτηση των νόμιμων και συμβατικών υποχρεώσεων (σπουδαίος λόγος καταγγελίας), η οποία δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης, εννοούνται ορισμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικά για κάθε συμβαλλόμενο μέρος στους όρους 15.2.3 έως και 15.2.14. Συγκεκριμένα πέραν από τις περιπτώσεις αδυναμίας λειτουργίας των συμβαλλομένων (πτώχευση, ανάκληση άδειας, απώλεια ελέγχου της εταιρείας κλπ.), ως σπουδαίοι λόγοι οριοθετούνται η αθέτηση των κύριων συμβατικών υποχρεώσεων των δύο μερών και που είναι οι εξής (όροι 15.2.6, 15.2.7 και 15.2.9, 15.2.13): Για την προμηθεύτρια η παραβίαση των υποχρεώσεων αφενός για προμήθεια της διανομέως με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων και αφετέρου για σεβασμό της αποκλειστικότητας της διανομέως και για τη διανομέα η παραβίαση των υποχρεώσεων αφενός για πληρωμή του οφειλόμενου τιμήματος των προϊόντων που προμηθεύεται και αφετέρου για τήρηση της διανομής μόνο εντός του τομέα που προβλέπεται στη σύμβαση, εκτός από διαφορετική έγγραφη συγκατάθεση της προμηθεύτριας. Περαιτέρω, όσον αφορά το περιεχόμενο των συμβατικών ρητρών περιορισμού του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι για την μεν προμηθεύτρια προβλέπεται μεν ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας στη σύμβαση διανομής, μεταξύ άλλων, ακόμα και «κάθε άλλη κατά την κρίση των Ελληνικών Δικαστηρίων υπαίτια και επανειλημμένη παραβίαση συμβατικής ή νόμιμης υποχρέωσης από τη διανομέα εφόσον από την παράβαση αυτή θίγονται ουσιωδώς τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της προμηθεύτριας και υπό την προϋπόθεση ότι η διανομέας δε θα έχει προβεί σε αποκατάσταση των πραγμάτων μέσα σε εξήντα ημέρες... », ενώ αντίστοιχος όρος έχει παραλειφθεί για καταγγελία εκ μέρους της διανομέα. Επομένως, στη σύμβαση διανομής οι σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας έχουν περιοριστική απαρίθμηση κατ’ ουσία μόνον για τη διανομέα. Επίσης στον όρο 15.6 (ii) ορίσθηκε ότι η ανωτέρω αποζημίωση του όρου 15.1.2 της σύμβασης δεν οφείλεται, όταν η διανομέας καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο που αφορά την προμηθεύτρια, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Επιπροσθέτως, στον όρο 3.5 προβλέπεται ότι τα νέα προϊόντα με τις αλλαγές και βελτιώσεις που θα φέρουν, θα θεωρούνται προϊόντα και θα πωλούνται από τη προμηθεύτρια στη διανομέα σε τιμές που θα καθορίζει η πρώτη, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές αυτές θα είναι ανάλογες με εκείνες των παλαιών προϊόντων, εμπορικά ανταγωνιστικές και ότι θα επιτρέπουν στη διανομέα να διατηρήσει και σε καμία περίπτωση να μειώσει το κατά μέσο όρο μικτό περιθώριο κέρδους της στην κατηγορία προϊόντων (με βάση τη μέση σταθμική τιμή πώλησης, όπως ορίζεται στη στήλη Ε του παραρτήματος 1Β). Επιπλέον ορίσθηκε ότι ειδικά στην περίπτωση νέων μοντέλων των μηχανημάτων (αναλυτών) θα διατηρηθεί μεν το σύστημα υπολογισμού, όπως προβλέπεται στο παράρτημα 3 της σύμβασης, αλλά ως βάση υπολογισμού θα ληφθεί η μέση τιμή χονδρικής πώλησης των νέων μοντέλων πανευρωπαϊκά. Σε περίπτωση κατά την οποία η καθοριζόμενη από την προμηθεύτρια τιμή υπερβαίνει κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 10% την προαναφερθείσα μέση πανευρωπαϊκή τιμή, η διανομέας δικαιούται τη χρήση εναλλακτικών (πέραν της προμηθεύτριας) πηγών προμήθειας για τα μοντέλα αυτά.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η από 27.7.2006 σύμβαση εμπορικής διανομής ετέθη σε λειτουργία στις 20.8.2007, όπως αποδεικνύεται από την σχετική επιστολή της «R» προς πελάτες της, διότι για φορολογικούς λόγους τους οποίους επεσήμανε στην προμηθεύτρια εταιρεία η ελεγκτική εταιρεία «ERNST AND YOUNG» […] προκρίθηκε από την προμηθεύτρια και έγινε αποδεκτή από την διανομέα η διάσπαση της σύμβασης διανομής σε δύο συμβάσεις, στην αρχική σύμβαση εμπορικής διανομής, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το από 27.7.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και στην από 18.7.2007 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Σε κάθε περίπτωση η βασική σύμβαση ήταν η σύμβαση εμπορικής διανομής, ενώ η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λειτουργούσε επικουρικά και παρακολουθηματικά προς την αρχική σύμβαση, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα αναφερόμενα στο προοίμιο αυτής ότι για την καλύτερη εφαρμογή της σύμβασης εμπορικής διανομής υπογράφεται η παρούσα σύμβαση αντιπροσωπείας, η οποία δεν αίρει ή μεταβάλλει σε καμία περίπτωση κάποιον από τους προβλεπόμενους στη σύμβαση εμπορικής διανομής όρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις και από τον όρο 15.1.1 ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας θα λειτουργεί παράλληλα με τη σύμβαση εμπορικής διανομής, ώστε να έχει ταυτόχρονα ισχύ με αυτή και ακόμη συμφωνήθηκε ότι η λήξη της σύμβασης εμπορικής διανομής θα συνεπάγεται αυτομάτως τη λήξη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Έτσι, δυνάμει του από «ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής αντιπροσωπείας» που καταρτίσθηκε στις 18.7.2007 μεταξύ της ενάγουσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «R.D.(HELLAS) Α.Ε.» και της ενάγουσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Μ.Δ.Μ.Α.Ε.», η πρώτη εταιρεία διόρισε τη δεύτερη ως μοναδική αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα, για να προωθεί και πωλεί στους έως τότε πελάτες της πρώτης εταιρείας (εξαιρουμένων από αυτούς εκείνων που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Α του παραρτήματος 2, των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και εν γένει των νοσοκομείων και των εργαστηρίων ασφαλιστικών ταμείων) τα προϊόντα, τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα της ίδιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και συμφωνήθηκε ότι θα πωλούνται από τη δεύτερη εταιρεία στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης και για να παρέχει στους ίδιους πελάτες υπηρεσίες εγκατάστασης, συντήρησης, τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης των προϊόντων. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε πενταετής με έναρξη την 20.8. 2007 και αυτόματη ανανέωση της για 5 ακόμη έτη, έτσι ώστε να ανανεώνεται παράλληλα και να ισχύει ταυτόχρονα με την ανωτέρω από 27.7.2006 σύμβαση εμπορικής διανομής. Επίσης στον όρο 1.4 της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ορίζεται ότι η αντιπρόσωπος δικαιούται να αγοράζει από την αντιπροσωπευομένη μηχανήματα που βρίσκονται εγκατεστημένα σε πελάτες του τομέα σε τιμές που ορίζονται στο Παράρτημα 3 της σύμβασης εμπορικής διανομής και η αντιπρόσωπος έχει τη δυνατότητα και χωρίς την έγγραφη συναίνεση της αντιπροσωπευομένης να μεταφέρει τους πελάτες αυτούς στην από 27.7.2006 υπογραφείσα μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής διανομής. Επιπροσθέτως στον όρο 1.7 αυτής ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος της παρούσας η αντιπροσωπευομένη αναλαμβάνει την ρητή υποχρέωση να αποσύρει τα μηχανήματα της που βρίσκονται ήδη υπό τη μορφή μίσθωσης ή χρησιδανείου εγκατεστημένα σε πελάτες, οι οποίοι θα εξυπηρετούνται πλέον από την αντιπρόσωπο. Διατηρεί ωστόσο το δικαίωμα να τα αναλάβει εφ' όσον οι πελάτες αυτοί είναι υπερήμεροι ως προς την καταβολή του μισθώματος.... Στη σύμβαση αυτή και σε αντιστοιχία προς τα συμφωνηθέντα με την ως άνω σύμβαση εμπορικής διανομής, μεταξύ άλλων συμφωνιών, προβλέπεται στον όρο 15.1.2 ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετίας διάρκειαάς της ή μη αυτόματης ανανέωσηής της με τη λήξη του πέμπτου χρόνου, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά την αντιπρόσωπο, η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία θα οφείλει να καταβάλει στην αντιπρόσωπο, ως αποζημίωση, συμφωνούμενη από την ημέρα υπογραφής, ποσό ίσο με το 210% υπολογιζόμενο είτε α) επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων των προϊόντων από την αντιπρόσωπο στον τομέα το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο β) είτε επί της συμφωνηθείσας για το τρέχον τότε δωδεκάμηνο αξίας των ελάχιστων πωλήσεων, όποιο από τα ποσά αυτά είναι μεγαλύτερο, προστιθέμενου στο" ποσό αυτό του πενταπλασίου των προμηθειών, που η αντιπρόσωπος δικαιούται από τυχόν απευθείας πωλήσεις της αντιπροσωπευομένης μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν τη λήξη της δεύτερης πενταετίας διάρκειας της, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά την αντιπρόσωπο, η αντιπροσωπευομένη θα οφείλει να καταβάλει στην αντιπρόσωπο ως αποζημίωση εάν η αντιπροσωπευομένη λύσει τη σύμβαση κατά τη διάρκεια του έκτου έτους ποσοστό 188%.. υπολογιζόμενο επί του ως άνω α ή β ποσού, όποιο είναι μεγαλύτερο, συν το τετραπλάσιο των προμηθειών...., για τον έβδομο χρόνο ομοίως με ποσοστό 166% και προμήθειες τριών ετών, για τον όγδοο χρόνο ποσοστό 144% και προμήθειες δύο ετών, για τον ένατο χρόνο ποσοστό 122% και προμήθειες ενός έτους και για το δέκατο χρόνο ποσοστό 100%, χωρίς προμήθειες. Σε περίπτωση μη συμφωνίας .των μερών για περαιτέρω ανανέωση της σύμβασης με τη λήξη της δεκαετίας η αντιπρόσωπος θα δικαιούται μόνο αποζημίωσης ίσης με το 100%... υπολογιζόμενο επί του ως άνω α ή β ποσού, όποιο από τα δύο ποσά είναι μεγαλύτερο. Ότι παράλληλα σε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης, χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά στην αντιπρόσωπο, η αντιπροσωπευομένη θα υποχρεούται να συνεχίσει να προμηθεύει την αντιπρόσωπο για χρονικό διάστημα έως τριών ακόμα ετών με τους ίδιους όρους και τις συμφωνίες, με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου η αντιπρόσωπος να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες που η ίδια προμήθευε με προϊόντα κατά το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο... Η προς αυτούς απ' ευθείας πώληση των προϊόντων ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση κατά την περίοδο αυτή από την αντιπροσωπευομένη είτε άμεσα είτε μέσω τρίτου απαγορεύεται απολύτως… Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού οι πελάτες θα παραμένουν στην αντιπροσωπευομένη, η δε αντιπρόσωπος και ο εδώ παριστάμενος εκπρόσωπος της ατομικά θα υποχρεούνται να μην συναλλάσσονται ή έστω να προσεγγίζουν εμπορικά για την επόμενη τριετία τους πελάτες αυτούς, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, αρκούμενοι στα όσα ανωτέρω έλαβαν υπό τους όρους της σύμβασης. Περαιτέρω στον όρο 15.2.1 προβλέπει ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούν το δικαίωμα πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση εντός 2 μηνών σε περίπτωση που το άλλο μέρος αθετήσει ουσιωδώς τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις του και στον όρο 15.2.2 προβλέπει ότι ως ουσιώδης αθέτηση των νόμιμων και συμβατικών υποχρεώσεων (σπουδαίος λόγος καταγγελίας), για την καταγγελία της σύμβασης, εννοούνται ορισμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικά για κάθε συμβαλλόμενο μέρος στους όρους 15.2.4 έως και 15.2.17. Συγκεκριμένα, πέραν από τις περιπτώσεις αδυναμίας λειτουργίας των συμβαλλομένων (πτώχευση, ανάκληση άδειας, απώλεια ελέγχου της εταιρείας κλπ.), ως σπουδαίοι λόγοι οριοθετούνται η αθέτηση των κύριων συμβατικών υποχρεώσεων των δύο μερών, όπως για την πλευρά της αντιπροσωπευομένης η άμεση ή έμμεση παραβίαση της αποκλειστικότητας, η συστηματική και υπαίτια μη ικανοποίηση, των παραγγελιών της αντιπροσώπου, η καθυστέρηση πληρωμής των προμηθειών, η παράβαση του όρου 8.1 δ περίοδος και για την πλευρά της αντιπροσώπου η καθυστέρηση πληρωμής των οφειλομένων . στην αντιπροσωπευομένη, η παραβίαση ανάθεσης του δικαιώματος αντιπροσώπευσης στον τομέα. Επίσης στη σύμβαση αυτή εμπορικής αντιπροσωπείας σε αντίθεση με τη σύμβαση διανομής προβλέπεται για αμφότερα τα διάδικα μέρη ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας, «[...] κάθε άλλη κατά την κρίση των Ελληνικών Δικαστηρίων υπαίτια και επανειλημμένη παραβίαση συμβατικής ή νόμιμης υποχρέωσης, εφόσον από την παράβαση αυτή θίγονται ουσιωδώς τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του άλλου συμβαλλομένου μέρους και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι το τελευταίο δεν θα προβεί σε αποκατάσταση των πραγμάτων μέσα σε εξήντα ημέρες από την παραλαβή της σχετικής έγγραφης διαμαρτυρίας» (όροι 15.2.10 και 15.2.17 της σύμβασης).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η διανομέας-αντιπρόσωπος «Μ.Δ.Μ.Α.Ε.» με την από 19.10.2011 εξώδικη καταγγελία της […] προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας με χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση της ανωτέρω καταγγελίας, ήτοι στις 19.12.2011. Ειδικότερα στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση αναφέρεται ότι από την έναρξη του έτους 2011 η στάση της «R» μεταστράφηκε πλήρως, αναφέροντας ενδεικτικά (όπως επί λέξει αναφέρεται στην καταγγελία) ότι 1) ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη της διεύθυνσης της εταιρείας από τον G.H. ουδέποτε την κάλεσε για διάστημα 10 μηνών σε γνωριμία και συνάντηση για τα προβλήματα της ελληνικής αγοράς, 2) ότι εφάρμοσε αμέσως τακτική έγγραφης και σε επιτακτικό ύφος επικοινωνίας με την καταγγέλλουσα, απευθύνοντας της διαδοχικές επιστολές και με την από 4.3.2011 επιστολή της ανακοίνωνε ότι τροποποιούσε τον εγγράφως και από κοινού συμφωνηθέντα χρόνο πίστωσης της εταιρείας, 3) ότι δεν της παρέδωσε ποτέ τελικά όλα εκείνα τα συμβόλαια που η «R" είχε υπογράψει μέχρι την έναρξη ισχύος της σύμβασης τους με πελάτες τους, παρά τις οχλήσεις της, 4) ότι δεν συνέδραμε στο πρόβλημα της αναφορικά με τις παράλληλες εισαγωγές προϊόντων στην Ελλάδα και ότι απέκρουσε κάθε συζήτηση για τη διερεύνηση παράνομων πρακτικών στο ζήτημα των παράλληλων εισαγωγών, 5) ότι ουδέποτε ανήρτησε στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο, αλλά και στα διαφημιστικά φυλλάδια και στις δημοσιεύσεις και στα έντυπα του κλάδου την καταγγέλλουσα ως τη μόνη διανομέα και την επίσημα εξουσιοδοτημένη να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής, 6) ότι δεν της απέστειλε τα αναγκαία λογισμικά για την εξ αποστάσεως επικοινωνία των τεχνικών της με τους εγκατεστημένους στους πελάτες της αναλυτές «…», του συστήματος «…» και τους αναλυτές «…», παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, 7) παραβίασε την υποχρέωση αποκλειστικότητας που είχε έναντι της εταιρείας στην περίπτωση του συνεταιρισμού εργαστηριακών γιατρών, για την οποία εγγράφως παραπονέθηκε, 8) ότι δεν της μεταβίβασε τα δύο μηχανήματα «…» και τα τρία μηχανήματα «…» που της ζητούσε στην αποσβεσθείσα τιμή αγοράς, 9) το σπουδαιότερο όλων ότι υπήρξε από την πλευρά της αυθαίρετη και εξωπραγματική αύξηση των τιμών των πωλουμένων αναλυτών της και ότι της ανακοίνωσε την μονομερή απόφαση της για επιβολή αυξημένων τιμών στα μηχανήματα που της διέθετε, τα οποία δεν είναι νέα μοντέλα, αφού κυκλοφορούσαν ήδη επί έτη, 10) ότι έφθασε στο σημείο να της αρνηθεί πλέον κάθε παράδοση μηχανημάτων, όταν επιφυλάχθηκε η καταγγέλλουσα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, εφόσον δεν προέβαινε σε άρση αυτής της επιφύλαξης και 11) ότι σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της «R.D.» ο νέος γενικός διευθυντής G.H., ήδη εναγόμενος της ανακοίνωσε ότι η συγκεκριμένη αγορά που της ανέθεσε των ιδιωτικών εργαστηρίων και διαγνωστικών κέντρων δεν ενδιαφέρει πλέον την «R» και ότι εμμένει στην καταβολή των αυξημένων τιμών αρνούμενος οιαδήποτε άλλη πρόταση ή διάλογο. Ότι οι ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις ανατρέπουν κάθε σχέση εμπιστοσύνης και κάθε βάση συνεργασίας και καθιστούν και οικονομικά υπέρμετρα επαχθή και ασύμφορη την συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας και ως εκ τούτου συνιστούν σπουδαίους λόγους καταγγελίας των συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας.

Από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω εξώδικη καταγγελία αποδεικνύεται ότι από όλες τις αναφερόμενες σε αυτήν ενέργειες και παραλείψεις της προμηθεύτριας και αντιπροσωπευόμενης εταιρείας, ο σπουδαιότερος όλων λόγος καταγγελίας, για την καταγγέλλουσα, όπως ρητά αναφέρεται στην εξώδικη καταγγελία, είναι η αναφερόμενη με τον αριθμό 9 αύξηση των τιμών των πωλούμενων αναλυτών από την προμηθεύτρια εταιρεία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός καταγγελίας αναφορικά με την αύξηση των τιμών των μηχανημάτων αφορά αποκλειστικά τη σύμβαση εμπορικής διανομής και όχι τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, καθώς συναρτάται με την εκμίσθωση μηχανημάτων από την προμηθεύτρια στη διανομέα που λάμβανε χώρα μόνο στα πλαίσια της σύμβασης διανομής, διότι στη σύμβαση αντιπροσωπείας η αντιπροσωπευόμενη είχε εκμισθώσει η ίδια μηχανήματα απευθείας σε παλαιούς της πελάτες. Για το λόγο αυτό ο όρος 3.5 που αφορούσε τις τιμές των νέων προϊόντων σε συνδυασμό με τον όρο 8.2 της ίδιας σύμβασης για την τροποποίηση του καταλόγου των τιμών είχε προβλεφθεί μόνο στη σύμβαση διανομής.

Επομένως, η αντισυμβατική μονομερής αύξηση-τροποποίηση της τιμής των παλαιών μηχανημάτων αποτελούσε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα υπ' αριθμ. V μείζονα σκέψη της παρούσας, σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης διανομής, ακόμα και αν δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στη σύμβαση διανομής λόγους καταγγελίας που αφορούν την προμηθεύτρια, […] διότι συνιστά περιστατικό που καθιστά τη συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης της σύμβασης διανομής για μέχρι το χρόνο, για τον οποίο έχει συναφθεί υπέρμετρα δυσβάσταχτη, για τη διανομέα ανώνυμη εταιρεία.

Ειδικότερα ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των διαδίκων υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση υπέρβαση των ορίων ανοχής της συμβάσεως που δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση, παρά την παραίτηση της διανομέως από την ανάκληση της εντολής, η οποία, ωστόσο, δεν αποκλείει, σύμφωνα με την ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, το δικαίωμα της διανομέως να καταγγείλει τη σύμβαση διανομής και προ της επελεύσεως του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της, για τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο, τη συνδρομή του οποίου απέδειξε η επικαλούμενη αυτόν διανομέας […]

(ακολουθεί η εξέταση και αξιολόγηση των ανωτέρω, υπαριθμ. 10, 3, 8, 5, 7, 4 και 11 λόγων ως μη σπουδαίων λόγων καταγγελίας).  

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκαν, ως προς τους αναφερόμενους στην από 19.10.2011 εξώδικη καταγγελία των συμβάσεων λόγους, σπουδαίο λόγο καταγγελίας συνιστά η αναφερόμενη με τον αριθμό 9 στη σελίδα 6 της εξώδικης καταγγελίας αύξηση των τιμών των μηχανημάτων-αναλυτών που αφορά τη σύμβαση διανομής. Ο λόγος αυτός, ακόμα και αν δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στη σύμβαση διανομής λόγους καταγγελίας, ήτοι στους λόγους 15.2.4 έως και 15.2.7, συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας, διότι καθιστά τη συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης για μέχρι το χρόνο, για τον οποίο έχει συναφθεί υπέρμετρα δυσβάσταχτη, για τη διανομέα ανώνυμη εταιρεία. […]

Περαιτέρω, στους όρους 15.4, 15.5., 15.6. και 15.7 της σύμβασης διανομής προσδιορίζονται οι λόγοι αποκλεισμού της ανωτέρω αποζημίωσης, και συγκεκριμένα κατά τους όρους 15.4 και 15.6 η αποζημίωση δεν οφείλεται στην περίπτωση που η διανομέας καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός αν η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο που αφορά την προμηθεύτρια, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ήτοι σύμφωνα με τους περιοριστικά αναφερόμενους στους όρους 15.2.4 έως και 15.2.7 σπουδαίους λόγους καταγγελίας που αφορούν την πλευρά της προμηθεύτριας. Εφόσον ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας που αφορά την αύξηση της τιμής των μηχανημάτων, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στη σύμβαση διανομής λόγους καταγγελίας, ήτοι στους λόγους 15.2.4 έως και 15.2.7, παρέχει βεβαίως στη διανομέα το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης διανομής, πλην όμως η διανομέας δεν δικαιούται της κατ' αποκοπήν αποζημίωσης του όρου 15.1.2. Τούτο δε διότι η συμφωνηθείσα δυνάμει της ελευθερίας των συμβάσεων (361 Α.Κ.) κατ' αποκοπήν αποζημίωση, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων εταιρειών, προκειμένου να προσδιορισθεί η αναμενόμενη ζημία μόνο για συγκεκριμένες περιπτώσεις λύσεως της σύμβασης και όχι σε κάθε περίπτωση λύσης αυτής, όπως εξάλλου αποδεικνύεται από τον όρο 15.4 της σύμβασης διανομής. Ο δε περιοριστικός προσδιορισμός των λόγων που συνιστούν σπουδαίους λόγους καταγγελίας και που η παραβίασή τους θα έχει ως συνέπεια την παροχή της κατ' αποκοπήν αποζημίωσης αποτέλεσε, όπως προειπώθηκε, αποτέλεσμα ενδελεχούς επεξεργασίας και επίμονων διαπραγματεύσεων με προτάσεις από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, […] και έγινε, δεδομένου ότι το ποσό της αποζημίωσης αυτής είναι σημαντικό, προκειμένου να γνωρίζουν με σαφήνεια τα συμβαλλόμενα μέρη σε ποια περίπτωση θα δικαιούται η διανομέας-αντιπρόσωπος της αποζημίωσης αυτής. Εξάλλου, η ρύθμιση για τους όρους υπό τους οποίους οφείλεται η αποζημίωση ανήκει στην εξουσία της ιδιωτικής βούλησης και δεν προσκρούει σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η συμφωνία για περιορισμό της ευθύνης του ενός μέρους να αποκαταστήσει τη ζημία του άλλου συμβαλλομένου από την πρόωρη λύση της σύμβασης στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένης της ύπαρξης επίμονης διαπραγμάτευσης από αμφότερα τα μέρη, είναι έγκυρη. Συνεπώς, κατόπιν της ρητής συμβατικής πρόβλεψης η παροχή της συμβατικής αποζημίωσης αυτής στη διανομέα και στην περίπτωση συνδρομής άλλων σπουδαίων λόγων που δεν προβλέπονται στη σύμβαση διανομής ως προς την παροχή της αποζημίωσης δεν είναι επιτρεπτή και συνιστά ανεπίτρεπτη αλλοίωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών. Επομένως, η κύρια βάση της αγωγής που αφορά την καταβολή της συμβατικής αποζημίωσης του όρου 15.1.2 της σύμβασης διανομής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, εφόσον δεν έγινε δεκτός κανένας σπουδαίος λόγος καταγγελίας που να αφορά τη σύμβαση αντιπροσωπείας η κύρια βάση της αγωγής που αφορά την καταβολή της συμβατικής αποζημίωσης του όρου 15.1.2 της σύμβασης αντιπροσωπείας πρέπει να απορριφθεί επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη […].

Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι […] η υπό κρίση σύμβαση εμπορικής διανομής με ερμηνεία της σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. έχει κυρίαρχο το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, μολονότι η διανομέας είχε και δικαιούνταν να διατηρήσει κατά τη διάρκεια της σύμβασης, τις αντιπροσωπείες άλλων ανταγωνιστικών προϊόντων που ήδη διατηρούσε κατά την έναρξη της σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη ιδιαιτέρως ότι η διανομέας από την έναρξη της σύμβασης ανέλαβε την υποχρέωση να μην αναλάβει νέες αντιπροσωπείες ούτε άμεσα ούτε έμμεσα για προϊόντα που θα πωλούνται στην περιοχή στον τομέα και επιπροσθέτως δεσμεύτηκε να προσπαθήσει κατά το δυνατόν μεταφέρει τους παλαιούς της πελάτες στα προϊόντα της προμηθεύτριας. […]. Επίσης […] αποδεικνύεται ότι η διανομέας ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθεύτριας, έχοντας έντονη εξάρτηση από την τελευταία και τον ίδιο βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, δεδομένου ότι η αρχική σύμβαση διανομής διασπάσθηκε ακολούθως σε σύμβαση διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι καταφανής η ομοιότητα της υπό κρίση σύμβασης διανομής με την αντίστοιχη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, καθώς η τελευταία λειτουργούσε παράλληλα και συμπληρωματικά προς τη σύμβαση διανομής, οι δε όροι τους είχαν μεγάλη συνάφεια, εξάρτηση και ανάλογο πνεύμα. Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν κατά περιεχόμενο, έστω και αν δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και συγκεκριμένα, όπως προειπώθηκε, υφίσταται υποχρέωση της διανομέως να μην αναλάβει στο μέλλον νέες αντιπροσωπείες ούτε άμεσα ούτε έμμεσα για ανταγωνιστικά προϊόντα που θα πωλούνται στην περιοχή στον τομέα, υποχρέωση να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα της παραγωγού στη συμβατική περιοχή, υποχρέωση να διαφημίζει αυτά με δικές της δαπάνες, υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιο της, αλλά και η υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της συμβάσεως. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπ' αριθμ. II μείζονα σκέψη της παρούσας η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά την παραπάνω επαγγελματία διανομέα αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εντολέα τους, αφού η εμπορική της δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό της κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για την εντολέα τους, δηλαδή αυτή δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής της υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις της, με σπουδαιότερο γι’ αυτήν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. Εξάλλου μετά τη μεταστροφή του παλαιού πελατολογίου της διανομέως σε προϊόντα τη προμηθεύτριας «R.D.», ο τζίρος της διανομέως στον τομέα των ιδιωτικών εργαστηρίων από τις επίδικες συμβάσεις με την «R.D.» ανερχόταν σε ποσοστό 87,5% (12,5% ο τζίρος σε άλλα προϊόντα του ιδιωτικού τομέα), ενώ ο συνολικός τζίρος της διανομέως σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που αφορά προϊόντα «R» ανερχόταν περίπου σε ποσοστό 60%, το υπόλοιπο δε ποσοστό του τζίρου της (40%) αφορούσε σε μη ανταγωνιστικά προϊόντα με τα προϊόντα "R" […], οπότε ουσιαστικά οι συμβατικές της σχέσεις με άλλα προϊόντα του ιδιωτικού τομέα, πλην των προϊόντων "R" είχαν περιορισθεί κατ' ελάχιστον και η διανομέας είχε προσαρμόσει την επιχείρηση της στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων της προμηθεύτριας, έχοντας αποκτήσει σχέση οικονομικής εξάρτησης με την εναγομένη προμηθεύτρια. Λόγω δε της συνάφειας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής με τη σύμβαση εμπορικού αντιπροσώπου, όπως προαναφέρθηκε, η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων κατ' αποκοπήν «αποζημίωση» του όρου 15.1.2 της από 27.7.2006 σύμβασης εμπορικής διανομής είχε περιλάβει κατά τον προσδιορισμό του ποσού της και το ποσό της αποζημίωσης πελατείας αναφορικά με τη σύμβαση διανομής […]. Επομένως, παρόλη τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της συνεργασίας των διαδίκων από την έναρξη της συνεργασίας έως και τα μέσα του έτους 2010 ήταν ιδιαιτέρως θετικά […] Ειδικότερα η διανομέας προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της προμηθεύτριας με τους υπάρχοντες πελάτες της σύμβασης αντιπροσωπείας, τους οποίους μετέφερε στη σύμβαση διανομής, […] με αποτέλεσμα η τελευταία να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και 6 νέους πελάτες χωρίς μηχανήματα. Συγκεκριμένα, η προμηθεύτρια θα εξοικονομήσει το μικτό κέρδος και τις αμοιβές που θα εισέπραττε η διανομέας, αλλά και τα έξοδα που απαιτούνταν για την οργάνωση του δικτύου πωλήσεων και εξυπηρέτησης πελατών που πραγματοποίησε η διανομέας. Επίσης η προμηθεύτρια θα καρπωθεί την πελατεία που συνεισέφερε η διανομέας από τη μεταφορά του πελατολογίου της σε αυτήν από ανταγωνιστικά προϊόντα σε προϊόντα «R», αλλά και από την προσέλκυση νέων πελατών σε αυτήν. Επομένως, η προμηθεύτρια θα διατηρήσει τις ουσιαστικές ωφέλειες από τις υποθέσεις με τους νέους και παλαιούς πελάτες της διανομέως, καθώς από την εκμετάλλευση του γνωστού στην προμηθεύτρια πελατολογίου της διανομέως, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτήν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών της ίδιας της προμηθεύτριας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπ' αριθμ. II μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, και με δεδομένο ότι, όπως προειπώθηκε, η σύμβαση διανομής λύθηκε με υπαιτιότητα της προμηθεύτριας λόγω της μονομερούς αύξησης της τιμής των παλαιών μηχανημάτων που αποτελούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης διανομής και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης και της σπουδαιότητας του ανωτέρω λόγου καταγγελίας, αλλά και των απολεσθεισών προμηθειών της διανομέως που είχε συμφωνηθεί να ανέρχεται μικτά σε ποσοστό 65%, καθώς και του μεγέθους της πελατείας που παραμένει στην προμηθεύτρια, της ωφέλειας της προμηθεύτριας μετά τη λύση της συμβάσεως και της συμβολής της διανομέως στην προώθηση των υποθέσεων της προμηθεύτριας, καθώς της διατήρησης της κερδοφορίας της διανομέως για τα επόμενα έτη, κρίνεται ότι πρέπει να καταβληθεί στη διανομέα αποζημίωση πελατείας με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1β' του π.δ/τος 219/1991. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η σύμβαση διανομής λειτούργησε για χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε ετών από τις 20.8.2007 έως τις 19.12.2011 το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1β' του π.δ/τος 219/1991. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι […] κατά τους 52 μήνες λειτουργίας της σύμβασης διανομής και για πωλήσεις συνολικού ύψους 29.282.553,66 ευρώ που πραγματοποίησε στο όνομα της η διανομέας, εισέπραξε μικτό κέρδος - αμοιβές ύψους 13.466.679,49 ευρώ (αφαιρουμένων των εξαιρούμενων πελατών). Ως εκ τούτου ο μέσος ετήσιος όρος του μικτού κέρδους αυτού - αμοιβών ανέρχεται σε (13.466.679,49 ευρώ : 52 μήνες που διήρκησε η σύμβαση χ 12 μήνες = ) 3.107.695,25 ευρώ. Το ποσό αυτό κρίνεται ως δίκαιη αποζημίωση πελατείας, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και των κριτηρίων που προεκτέθηκαν και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει η διανομέας και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, καθώς και του μεγέθους της πελατείας που παραμένει στην προμηθεύτρια, της ωφέλειας της προμηθεύτριας μετά τη λύση της συμβάσεως και της συμβολής της διανομέως στην προώθηση των υποθέσεων της προμηθεύτριας, καθώς και της ρήτρας μη ανταγωνισμού για τρία έτη μετά τη μετασυμβατική τριετία, καθώς της κερδοφορίας της διανομέως για τα επόμενα έτη. Επομένως, η εταιρεία «R.D. (HELLAS) Α.Ε.» πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην εταιρεία «Μ.Δ.Α.Ε.» ως δίκαιη αποζημίωση πελατείας το ποσό των 3.107.695,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας (άρθρο 346 Α.Κ. όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 4055/2012). Περαιτέρω, πέραν της ανωτέρω αποζημίωσης πελατείας, η διανομέας δικαιούται σωρευτικά και τα διαφυγόντα κέρδη, εφόσον αποδείχθηκε ότι έχει λάβει χώρα υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά της προμηθεύτριας με την αύξηση της τιμής των μηχανημάτων, η οποία της προκάλεσε ζημία, η οποία συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος, δηλαδή στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε η διανομέας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτή ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας της με την προμηθεύτρια […]. [Η] διάρκεια της συμβάσεως διανομής ορίσθηκε συνολικά δεκαετής, δηλαδή πενταετής με αυτόματη ανανέωση της για μία ακόμα πενταετία, εκτός αν συντρέχουν οι προαναφερόμενοι σοβαροί λόγοι καταγγελίας για την πλευρά της διανομέως.[…]. Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η διανομέας τα δύο τελευταία έτη λειτουργίας της σύμβασης διανομής είχε καθαρά κέρδη που ανέρχονταν σε […] 1.629.582,92 ευρώ και ως εκ τούτου κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση τα οικονομικά της αποτελέσματα, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει, την οργάνωση και ανάπτυξη της και τις νέες ειδικές συνθήκες που διαμορφώνονται στην συγκεκριμένη αγορά, θα επιτύγχανε μετά βεβαιότητας, κάθε χρόνο από τη λύση της σύμβασης διανομής μέχρι την συμβατική της λήξη στις 20.8.2017, καθαρά ετήσια κέρδη τουλάχιστον ίσα με το πιο πάνω ποσό των 1.629.582,92 ευρώ […]. Επομένως η εταιρεία ««R.D. (HELLAS) Α.Ε.» πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην εταιρεία «Μ.Δ.Α.Ε.» ως δίκαιη αποζημίωση πελατείας και για διαφυγόντα κέρδη το συνολικό ποσό των 7.453.249,71* € […]

Εξάλλου, σύμφωνα με τον όρο 15.1.1 της σύμβασης αντιπροσωπείας λήξη ή λύση της από 27.7.2006 σύμβασης εμπορικής διανομής αυτομάτως συνεπάγεται λήξη ή λύση και της παρούσας, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες. Επομένως, με τη λύση της σύμβασης διανομής λύθηκε αυτομάτως και η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας σύμφωνα με τον προδιαληφθέντα όρο. Σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της σύμβασης αντιπροσωπείας από την αντιπρόσωπο με την από 19.10.2011 εξώδικη καταγγελία της, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας για την πλευρά της αντιπροσωπευομένης, έχει ως αποτέλεσμα ότι η κατ' αποκοπήν αποζημίωση του όρου 15.1.2 της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας δεν οφείλεται (όρος 15.6 της σύμβασης αντιπροσωπείας). Επομένως, η κύρια βάση της αγωγής που αφορά την αποζημίωση του όρου 15.1.2 της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη […]

Επίσης, η καταγγελία της σύμβασης αντιπροσωπείας από την αντιπρόσωπο με την από 19.10.2011 εξώδικη καταγγελία της, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας για την πλευρά της αντιπροσωπευομένης έχει ως αποτέλεσμα ότι και η αποζημίωση πελατείας και η αποκατάσταση ζημίας του άρθρου 9 παρ. 1α και 1γ του Π.Δ. 219/1991 δεν οφείλεται (άρθρο 9 παρ. 3β του Π.Δ. 219/1991), απορριπτόμενης επίσης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης «R» και του νομίμου εκπροσώπου της […] αποδείχθηκε και επίσης ουδέν σχέδιο εξοβελισμού της διανομέως από την αγορά των διαγνωστικών μηχανημάτων και σφετερισμού της πελατείας που είχε αποκτήσει η ανωτέρω εταιρεία […]. Εξάλλου η αύξηση της τιμής των μηχανημάτων και η εμμονή της «R» στην υπογραφή των συμβάσεων με τις νέες τιμές πέραν της παραβίασης συμβατικών όρων, που προεκτέθηκαν αναλυτικά, ουδόλως συνιστά και αδικοπρακτική συμπεριφορά ή καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης που συνέδεε την προμηθεύτρια με τη διανομέα και εν γένει πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, σύμφωνα με τις υπ' αρ. VI και VII μείζονες σκέψεις της παρούσας, καθώς αφενός δεν αποδείχθηκε η πρόθεση της προμηθεύτριας να προκαλέσει ζημία στην διανομέα, διότι η πρόθεση της προμηθεύτριας, όταν προχώρησε στην αντισυμβατική αύξηση της τιμής των παλαιών μηχανημάτων ήταν να ανασχέσει τις ζημίες της και να αυξήσει την κερδοφορία της, από τις συμβάσεις διανομής και αντιπροσωπείας και όχι να προκαλέσει βλάβη στη διανομέα έστω και με ενδεχόμενο δόλο. Επίσης, για τον ίδιο λόγο δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση σκοπός ανταγωνισμού της προμηθεύτριας προς τη διανομέα […]

Περαιτέρω, σε αντιδιαστολή με την συμφωνηθείσα από τις διαδίκους εταιρείες κατ' αποκοπήν αποζημίωση του όρου 15.1.2 των συμβάσεων για την οποία στον όρο 15.5. αναφέρεται σε ποιες περιπτώσεις δεν οφείλεται, η συμφωνηθείσα μετασυμβατική συνέχιση προμήθειας για διάστημα έως τριών ετών του όρου 15.1.2 των συμβάσεων έχει συμφωνηθεί σε κάθε περίπτωση λύσης ή λήξης των συμβάσεων, χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά τη διανομέα-αντιπρόσωπο, ήτοι και εάν η καταγγελία οφείλεται σε οποιοδήποτε σπουδαίο λόγο που αφορά την προμηθεύτρια-αντιπροσωπευομένη, ακόμα και εκτός των περιοριστικά αναφερόμενων σπουδαίων λόγων καταγγελίας στις συμβάσεις ή ακόμα και στην περίπτωση συναινετικής λύσης των συμβάσεων […]. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης διανομής για λόγο που αφορά την προμηθεύτρια και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση λύσης της συμβάσεως διανομής χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά στη διανομέα και επίσης εφόσον δυνάμει του όρου 15.1.1. της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας με τη λύση της συμβάσεως εμπορικής διανομής λύεται αυτομάτως και η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, τυγχάνει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέος ο όρος 15.1.2 των υπό κρίση συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας. Συνακόλουθα, πρέπει να υποχρεωθεί η εταιρεία «R.D. (HELLAS) Α.Ε.» να συνεχίσει να προμηθεύει τη διανομέα για χρονικό διάστημα έως τριών (3) ακόμα ετών, από την 19.12.2011 έως την 19.12.2014 με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες […



* Όπως το ως άνω ποσό διορθώθηκε με την ΠΠρΑθ 5052/2014.